Arnold Schönberg (IVd. Epilogue) Ο Επιθανάτιος Ρόγχος μιας Παράδοσης
Ο Arnold Schönberg (1874–1951) Ένας συνθέτης τομή στην ιστορία της μουσικής, ένα σημείο μετάβασης όπου η παράδοση εξαντλούσε τα όριά της και η νεωτερικότητα γινόταν αναπόδραστη. Ανάμεσα στις πολυάριθμες καινοτομίες του, ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισε την έννοια του «τέλους» έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν είναι τυχαίο που ένα από τα έργα του φέρει τον τίτλο Epilogue. Δεν πρόκειται για ένα τυπικό φινάλε, ένα απλό υστερόγραφο σε μια ιστορία που είχε ήδη γραφτεί. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικό και μουσικό στοχασμό πάνω στη σημασία της ίδιας της μετάβασης.
Ο Επιτάφιος της Ρομαντικής Παράδοσης
Ο Schönberg, μεγαλωμένος στη σκιά του ύστερου ρομαντισμού, υπήρξε ένας από τους τελευταίους κληρονόμους του. Ο Μπρούκνερ, ο Βάγκνερ, ο Μάλερ—αυτές οι γιγάντιες φιγούρες διαμόρφωσαν το μουσικό του ήθος, καθιστώντας τον φορέα μιας αισθητικής που έφτανε στα άκρα της, αδυνατώντας να προχωρήσει χωρίς να μεταμορφωθεί ριζικά. Το IVd. Epilogue μπορεί να ιδωθεί ως το επιθανάτιο άσμα αυτής της μουσικής παράδοσης. Δεν είναι απλώς το τέλος μιας σύνθεσης· είναι το τέλος ενός κόσμου, μιας εποχής που χανόταν ήδη από καιρό.
Όμως, σε αντίθεση με την τελετουργική μεγαλοπρέπεια του Βάγκνερ ή τη συναισθηματική εξάντληση του Μάλερ, ο Schönberg δεν αποχαιρετά τη ρομαντική κληρονομιά με νοσταλγία. Τη διαλύει, την ανατέμνει, την ανασυνθέτει μέσα από τη δική του αισθητική γλώσσα, λες και ο ίδιος ο επίλογος είναι μια διαδικασία αποδόμησης. Δεν υπάρχει εδώ καμία ικανοποίηση της τελικής κάθαρσης, κανένας αποχαιρετισμός βυθισμένος στην ηδονική λύπη του παρελθόντος. Υπάρχει μόνο η αυστηρή και αναπόδραστη ανάγκη να ειπωθεί το τελευταίο κεφάλαιο, να κλείσει η πόρτα πίσω του.
Η Σύνθεση του Επιλόγου: Αναγκαίο Τέλος ή Νέα Αρχή;
Η ίδια η μουσική δομή του IVd. Epilogue υπακούει σε αυτή την ιδέα του αναπόδραστου τέλους. Η αρμονία δεν είναι πλέον το ασφαλές καταφύγιο της συγκίνησης· έχει γίνει ένα ρευστό και εύθραυστο πεδίο, όπου η δωδεκαφθογγική τεχνική δεν λειτουργεί απλώς ως μια ακαδημαϊκή αυθαιρεσία αλλά ως η μόνη δυνατή γλώσσα που απομένει. Κάθε φράση, κάθε μελωδική χειρονομία, μοιάζει με ψιθύρισμα, σαν μια σκέψη που δεν έχει ολοκληρωθεί, σαν ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί.
Ο Schönberg δεν μας προσφέρει μια λύση. Δεν μας αφήνει με μια τελευταία συμφωνική κατάφαση, όπως ο Μπετόβεν στην Ένατη Συμφωνία, ούτε με την ελεγειακή θλίψη του Μάλερ. Ο επίλογός του είναι ανοιχτός, γεμάτος αναμονή, γεμάτος σιωπές που ίσως προμηνύουν κάτι νέο, ίσως όχι. Είναι ένα τέλος που αρνείται να παραμείνει στατικό, ένας γρίφος που ζητά τη δική μας αποκρυπτογράφηση.
Ο Schönberg και το φιλοσοφικό ζήτημα του τέλους
Στην αισθητική του Schönberg, το τέλος δεν είναι ποτέ απόλυτο. Όπως ο Χέγκελ περιέγραψε τη διαλεκτική της ιστορίας, έτσι και ο Schönberg αντιμετωπίζει την παράδοση: όχι ως ένα νεκρό παρελθόν, αλλά ως μια αλυσίδα μεταμορφώσεων. Το IVd. Epilogue δεν είναι το κλείσιμο ενός κύκλου, αλλά η μετάβαση σε κάτι άλλο, άγνωστο, ίσως τρομακτικό, ίσως λυτρωτικό.
Και εδώ έγκειται η αληθινή του ιδιοφυΐα. Ο Schönberg δεν γράφει ένα επίλογο για να σηματοδοτήσει το τέλος· γράφει έναν επίλογο για να μας αναγκάσει να αναρωτηθούμε αν υπάρχει πραγματικά τέλος. Είναι σαν να μας ψιθυρίζει: «Αυτό που ακούτε είναι το κλείσιμο μιας εποχής. Όμως η μουσική δεν σταματά ποτέ. Ο επίλογος είναι μόνο μια νέα αρχή που ακόμα δεν έχει αποκαλυφθεί».
Το ερώτημα παραμένει σε κάθε περίπτωση, είναι το IVd. Epilogue ένα οριστικό τέλος ή το άνοιγμα προς έναν νέο ορίζοντα; Ίσως δεν υπάρχει απάντηση. Ίσως η ουσία αυτού του έργου βρίσκεται ακριβώς στη διαρκή του εκκρεμότητα, στην αδυναμία μας να το ορίσουμε απόλυτα. Και ίσως, στο βάθος, αυτή να είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά του Schönberg: να μας υπενθυμίζει ότι η τέχνη δεν τελειώνει ποτέ, απλώς αλλάζει μορφή.